Αρχείο κατηγορίας Κείμενο

Περί αναμονής

Κάποτε ένας μανδαρίνος μοναχός ερωτεύτηκε μιαν εταίρα. Εκείνη του υποσχέθηκε ότι θα γινόταν δική του, εάν ήταν διατεθειμένος να περάσει εκατό βράδια κάτω από το παράθυρό της καθισμένος σε ένα σκαμνάκι. Ο μοναχός έκανε έτσι ακριβώς. Την ενενηκοστή ένατη, όμως, βραδιά σηκώθηκε, πήρε το σκαμνάκι του και έφυγε.

Με αυτή την ιστορία κλείνει ο Roland Barthes το κεφάλαιο ‘περί Αναμονής’ στα «Αποσπάσματα του Ερωτικού λόγου».

Είμαι σίγουρη πια ότι όταν σε κάνω να περιμένεις, ασκώ επάνω σου μιαν εξουσία. Σε αναγκάζω να περιμένεις γιατί εσύ εξαρτάσαι από εμένα, έχεις υποπέσει στη δική μου ανάγκη. Είμαι ανώτερή σου. Εγώ έχω τη δύναμη και εσύ με χρειάζεσαι για να καλύψεις την «ένδειά» σου.

Η αναμονή είναι η πρώτη γραμμή οπλισμού κάθε περιβάλλουσας εξουσίας, μικρότερης ή μεγαλύτερης. Το φωνάζουν κάθε μέρα οι ουρές και οι λίστες αναμονής στο γιατρό, την τράπεζα, τη δημόσια υπηρεσία, το καλό εστιατόριο.

Εκεί, όμως, που η δύναμή της απογειώνεται είναι στον έρωτα. Εδώ η αναμονή έχει σάρκα και οστά. Μπορείς να την αισθανθείς, να την ψηλαφίσεις. Τρυπάει και αγκυλώνει.

Είμαι ερωτευμένη και περιμένω ένα σου τηλέφωνο, ένα μήνυμα, ένα σινιάλο σου.

Κρέμομαι από ένα βλέμμα, μια κουβέντα, ένα νεύμα.

Είμαι εξαρτημένη από την καλή σου διάθεση, την όρεξη της στιγμής σου.

Προσμένω στην εύνοιά σου για να πάρει μπρος η ζωή μου ξανά.

Κρατώ την ανάσα μου για να αντιληφθώ ένα σημάδι.

Σε περίμενα μήνες. Μέρα και νύχτα. Με βροχή και ήλιο. Καθισμένη στο σκαμνάκι μου. Περίμενα. Πόνεσα. Υπέμεινα. Ήμουν εκεί. Κάτω από το παράθυρό σου. Στην αναμονή για ένα σου μονάχα «είμαι εδώ». Ήρθε. Πολύ αργά. Χλιαρό. Θολό. Βραχνό. Λίγο. Σηκώθηκα. Πήρα το σκαμνάκι μου και έφυγα.

Η εκατοστή αυγή ξημέρωνε.

Ματίνα Α.

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedintumblrmail